επεισόδιος

ἐπεισόδιος, -ον (Α) [επείσοδος]
1. αυτός που προέρχεται απ' έξω («σύμφυτον ἔχει τὴν τοῡ πάθους ἀρχὴν οὐκ ἐπεισόδιον»)
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπεισόδιον
βλ. επεισόδιο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπεισόδιος — coming in besides masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεισοδίους — ἐπεισόδιος coming in besides masc/fem acc pl ἐπεισοδιόω vary by introducing episodes imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεισόδιοι — ἐπεισόδιος coming in besides masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοὐπεισόδιον — ἐπεισόδιον , ἐπεισόδιον coming in besides neut nom/voc/acc sg ἐπεισόδιον , ἐπεισόδιος coming in besides masc/fem acc sg ἐπεισόδιον , ἐπεισόδιος coming in besides neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεισόδιον — coming in besides neut nom/voc/acc sg ἐπεισόδιος coming in besides masc/fem acc sg ἐπεισόδιος coming in besides neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επεισοδιάζω — ἐπεισοδιάζω (AM) [επεισόδιος] μσν. παρεμβάλλω σε ευρύτερη σύνθεση ως επεισόδιο αρχ. εισκομίζω, φέρνω απ έξω …   Dictionary of Greek

  • επεισόδιο — το (Α ἐπεισόδιον) 1. το διαλογικό μέρος τού αρχαίου δράματος μεταξύ δύο χορικών ασμάτων 2. γεγονός που παρεμβάλλεται στη συνέχεια, (η συνοχή ή την τάξη ενός συνόλου «ζωηρά επεισόδια στη διάρκεια τής τελετής» «ἐπεισόδια... οἷον νεῶν κατάλογος»,… …   Dictionary of Greek

  • ἐπεισοδίοις — ἐπεισόδιον coming in besides neut dat pl ἐπεισόδιος coming in besides masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεισοδίου — ἐπεισόδιον coming in besides neut gen sg ἐπεισόδιος coming in besides masc/fem/neut gen sg ἐπεισοδιόω vary by introducing episodes pres imperat act 2nd sg ἐπεισοδιόω vary by introducing episodes imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεισοδίων — ἐπεισόδιον coming in besides neut gen pl ἐπεισόδιος coming in besides masc/fem/neut gen pl ἐπεισοδιόω vary by introducing episodes imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἐπεισοδιόω vary by introducing episodes imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.